Στάδια εξέλιξης του παιδιού και ο ρόλος των γονέων.

Δεκεμβρίου 19, 2011

Άρθρα, Εντελέχεια - blog

 Πρώτο στάδιο: Εμπιστοσύνη ή δυσπιστία (1ο έτος)

 Η διαμόρφωση του εαυτού.

 Το παιδί όταν έρχεται στον κόσμο, είναι μια αδιαφοροποίητη οντότητα. Δεν έχει επίγνωση του εαυτού του ούτε των άλλων ως ξεχωριστών ατόμων. Από αυτό τον αρχικά χαοτικό κόσμο το παιδί θα διαμορφώσει την ύπαρξη του εαυτού του ως ξεχωριστής οντότητας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, αλλά και την ύπαρξη των άλλων ως ξεχωριστών ατόμων, θα οριοθετήσει δηλαδή τον εαυτό του και τους άλλους. Στη διαδικασία αυτής της διαφοροποίησης βασικό ρόλο θα διαδραματίσει η σχέση του παιδιού με το πρόσωπο εκείνο με το οποίο αναπτύσσει στενή επαφή. Στις δικές μας κοινωνίες αυτό το άτομο είναι κυρίως η μητέρα.

Το παιδί κατά τον πρώτο χρόνο διαμορφώνει ένα βασικό αίσθημα είτε εμπιστοσύνης είτε δυσπιστίας για τον εαυτό του και τους άλλους. Όταν ικανοποιούνται οι ανάγκες του – οι βιολογικές αλλά κυρίως οι ψυχολογικές – το παιδί διαμορφώνει θετική στάση προς τον εαυτό του και τους άλλους γύρω του.

Η διεργασία με την οποία το παιδί, μέσα από τη σχέση του με τη μητέρα, αποκτά εμπιστοσύνη ή δυσπιστία λειτουργεί με τον ακόλουθο τρόπο:

Όταν οι ανάγκες του παιδιού ικανοποιούνται, τότε αυτό εισπράττει το μήνυμα «με αγαπούν», «με θέλουν», άρα «αξίζω να αγαπηθώ» και, επομένως, «είμαι καλός και αγαπητός». Το μήνυμα αγάπης και αποδοχής που δίνει η μητέρα η οποία έχει αναπτύξει μια καλή σχέση με το παιδί γενικεύεται και στο ευρύτερο περιβάλλον. Έτσι, ένα παιδί το οποίο έχει καλή διαπροσωπική σχέση με τη μητέρα του, γενικεύοντας τη στάση της και στα άλλα πρόσωπα γύρω του, θεωρεί τον κόσμο θετικό και φιλικό. Στην αντίθετη περίπτωση αντιμετωπίζει τον κόσμο με καχυποψία. Η στάση αυτή – εμπιστοσύνη ή δυσπιστία – είναι επομένως βασική και για το «άνοιγμα» που θα κάνει το παιδί προς τον έξω κόσμο.

Η ανταπόκριση της μητέρας στις ανάγκες του παιδιού, η παροχή προσοχής και η στενή επικοινωνία, όταν το παιδί δίνει «σήματα» ότι το έχει ανάγκη, θεωρείται σημαντικός παράγοντας για την ποιότητα της πρωταρχικής σχέσης.

Ένα άλλο βασικό στοιχείο για τη διαμόρφωση της ποιότητας της αρχικής σχέσης αποτελεί η βίωση από το παιδί καταστάσεων ματαίωσης. Ματαιώσεις βιώνει το βρέφος σε διάφορες καταστάσεις, όπως είναι η καθυστέρηση της ικανοποίησης των βιολογικών του αναγκών (διατροφή, άλλαγμα) και ο απογαλακτισμός, ή σε εμπειρίες γενικά που προκαλούν πόνο και απογοήτευση. (π.χ. το πιπίλισμα αντικειμένων που είναι πικρά ή σκληρά).

Βιώνοντας τέτοιες ματαιώσεις το παιδί φτάνει σε ένα στάδιο ανεξαρτησίας, στους έξι περίπου μήνες της ζωής του, και γίνεται δραστήριο σε σχέση με τον έξω κόσμο, άψυχο και έμψυχο. Υγιής ανάπτυξη στο πρώτο στάδιο επιτυγχάνεται όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ των εμπειριών εμπιστοσύνης και των εμπειριών δυσπιστίας. Η ισορροπία αυτή εξασφαλίζεται όταν η συμπεριφορά των σημαντικών προσώπων – η μητέρα στο πρώτο στάδιο – δεν είναι ούτε πολύ δοτική ούτε πολύ απορριπτική. Μέσω της αντίθεσης «ικανοποίηση-ματαίωση» ή «ευχαρίστηση-πόνος», το βρέφος θα αρχίσει να διαφοροποιεί τις διάφορες εμπειρίες, να προσαρμόζεται αντίστοιχα και έτσι να αποκτά συνείδηση της πραγματικότητας.

Ρόλοι γονέων στο πρώτο στάδιο

Η ενότητα του ζευγαριού, η οποία μέχρι τη στιγμή της γέννησης του πρώτου παιδιού, είναι το βασικό σύστημα, διασπάται. Μετά τη γέννηση του παιδιού η μητέρα αποτελεί μια ενότητα με αυτό. Η μητέρα κατά τους πρώτους μήνες διαμορφώνει μια διαφορετική σχέση με το παιδί σε σύγκριση με τον πατέρα. Ο κύριος ρόλος του πατέρα στο διάστημα αυτό δεν είναι άμεσος σε σχέση με την οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού. Καλείται όμως να στηρίξει τη μητέρα στο νέο ρόλο της στενής συναλλαγής και της κάλυψης των αναγκών του παιδιού και να την αποσπάσει σταδιακά από τη στενή αυτή σχέση ώστε να αποφευχθεί η υπερπροστασία του παιδιού. Όταν ο πατέρας δεν συμμετέχει οι συνέπειες είναι οι ακόλουθες: (α) Η μητέρα αισθάνεται αβοήθητη και αδικημένη από τον σύντροφό της σε ό,τι αφορά μια απόφαση που είχαν πάρει από κοινού. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να την οδηγήσει να αναπτύξει μη ικανοποιητική σχέση με το παιδί. (β) Η μη συμμετοχή του πατέρα στη βασική σχέση μητέρας-παιδιού μπορεί να καθηλώσει τη μητέρα στη συμβιωτική σχέση με το παιδί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που απαιτείται. Είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος του πατέρα στο διάστημα αυτό ως ερέθισμα που θα επαναφέρει τη μητέρα στην αρχική σχέση μαζί του.

Δεύτερο στάδιο: Αυτονομία ή ντροπή και αμφιβολία (2-3 ετών)

Με την άσκηση στην τουαλέτα το παιδί αρχίζει να δοκιμάζει την αυτονομία του. Η κινητική και νοητική ωρίμανση στο παιδί των δύο ετών του επιτρέπει να δοκιμάζει και άλλες κατακτήσεις. Αναπτύσσει την ικανότητα για χειρισμό των αντικειμένων, κινείται καλύτερα στο χώρο, έρχεται σε επαφή με νέες καταστάσεις, αναπτύσσει ένα λεξιλόγιο που του επιτρέπει να κατανοεί το περιβάλλον του. Έχει σαφώς διαφοροποιήσει τον εαυτό του από το γύρω κόσμο και έχει έντονη την περιέργεια να γνωρίσει αυτό τον κόσμο. Αρχίζει να χρησιμοποιεί τη λέξη «εγώ» αντί του ονόματός του ή του τρίτου προσώπου.

Όλες οι κινήσεις και οι ερωτήσεις του παιδιού αποσκοπούν στο να γνωρίσει και να οργανώσει τον κόσμο γύρω του. Οι γονείς θα παίξουν σημαντικό ρόλο βοηθώντας το παιδί να βάλει σε τάξη αυτόν τον κόσμο. Θα βοηθήσουν με δύο τρόπους: (α) να γνωρίσει το περιβάλλον του, αφού η γνώση αυτή του δίνει ασφάλεια, (β) να εμπιστεύεται την περιέργειά του και στους άλλους. Η εμπιστοσύνη αναπτύσσεται όταν οι άλλοι ανταποκρίνονται σε αυτές τις ανάγκες του παιδιού.

Σε αυτό το στάδιο το παιδί αρχίζει να αντιδρά στους περιορισμούς που του θέτει το περιβάλλον του. Από τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται οι κανόνες σε σχέση με νέες κατακτήσεις, το παιδί δοκιμάζει πόσο έλεγχο μπορεί να ασκήσει στους άλλους και στον εαυτό του. Όταν οι απαιτήσεις και οι απαγορεύσεις είναι πολύ αυστηρές ή υπερβολικά υψηλές για τις ικανότητες του παιδιού, είναι φυσικό να μην μπορεί να ανταποκριθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες αποτυγχάνει και «εισπράττει» το συναίσθημα ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του, αλλά ούτε και την επιβολή των κανόνων. Αισθάνεται λοιπόν αμφιβολία για τις ικανότητές του και ντροπή για τα λάθη του.

Τα παιδιά τα οποία έχουν την ευκαιρία να επιδοθούν σε διάφορες δραστηριότητες, και από την εκτέλεσή τους να αισθανθούν ότι έχουν την ικανότητα να χειρίζονται πράγματα και πρόσωπα, αναπτύσσουν το αίσθημα της αυτονομίας. Αντίθετα, τα παιδιά τα οποία υπερπροστατεύονται ή δεν έχουν τις κατάλληλες ευκαιρίες για άσκηση καταλήγουν να διαμορφώσουν το συναίσθημα της αμφιβολίας για την ικανότητά τους να χειρίζονται τον κόσμο και τον εαυτό τους. Επιπλέον, η κριτική στάση των γονέων στα λάθη του παιδιού και η στενή παρακολούθησή του και αγωνία για τυχόν αποτυχίες του κλονίζουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Ρόλος των γονέων στο δεύτερο στάδιο

Ο ρόλος των γονέων το διάστημα αυτό διαφοροποιείται. Η άμεση ικανοποίηση των αναγκών του προηγούμενου σταδίου δίνει τη θέση της στην επιβολή κανόνων. Ο έλεγχος θα αποτελέσει τη βάση για την προσαρμογή η οποία απαιτείται προκειμένου να υπάρξει μια ικανοποιητική κοινωνική ζωή αργότερα. Το παιδί σταδιακά θα εσωτερικεύσει ως δικές του αξίες τους κανόνες που επιβάλλουν οι γονείς, μια διεργασία που θα του επιτρέψει να διαμορφώσει την προσωπική του ηθική συνείδηση.

Στο στάδιο αυτό είναι σημαντικό επομένως να μάθει το παιδί να πειθαρχεί. Και ασφαλώς θα πειθαρχήσει και θα αποδεχτεί τους κανόνες των γονέων όταν έχει μια καλή σχέση μαζί τους.

Ο συνδυασμός απαγορεύσεων και κανόνων με την ταυτόχρονη προσφορά παροχών και ανακούφισης είναι ο καλύτερος τρόπος για την άσκηση ελέγχου και την αποδοχή από το παιδί των κανόνων που θέτουν οι γονείς. Αντίθετα, η υπερπροστασία, η αυστηρή κριτική για τα λάθη του παιδιού, η αδιαφορία για τις ερωτήσεις και τις απορίες του, και γενικά μια στάση απόρριψης, περιφρόνησης ή αδιαφορίας για τις δραστηριότητές του, ωθούν το παιδί να αναπτύξει ένα συναίσθημα αμφιβολίας και ντροπής για τον εαυτό του.

Ο ρόλος του πατέρα κατά το διάστημα αυτό είναι πολύ σημαντικός δεδομένου ότι αποσπά σταδιακά τη μητέρα από τη δυαδική σχέση, εφόσον το παιδί την έχει όλο και λιγότερη ανάγκη καθώς μεγαλώνει. Επαναφέροντας τη μητέρα στη δική τους σχέση, ο πατέρας την αποσπά συγχρόνως από το παιδί και έτσι συντελεί στη σταδιακή ανεξαρτητοποίησή του και το βοηθά να αποφύγει την υπερπροστατευτικότητα της μητέρας.

Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι όταν οι κανόνες που θέτει ο ένας γονέας αναιρούνται από τον άλλο ή και από τον ίδιο σε άλλη στιγμή, το παιδί αισθάνεται σύγχυση ως προς τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθήσει. Αυτή η σύγχυση συνήθως καταλήγει σε θυμό και επιθετικότητα.

Τρίτο στάδιο: πρωτοβουλία ή ενοχή (3-5 ετών)

Λόγω της βιολογικής ωρίμανσης στην ηλικία αυτή, το παιδί είναι περισσότερο δραστήριο. Η ενέργεια που έχει το ωθεί να δοκιμάζει συνεχώς νέες δραστηριότητες. Η πρωτοβουλία προστίθεται στην αυτονομία, όπως φαίνεται από το σχεδιασμό που κάνει το παιδί και την επιθετική του παρόρμηση. Σε κανένα άλλο στάδιο το παιδί δεν είναι τόσο αχόρταγο, τόσο ικανό να μαθαίνει γρήγορα και να γίνεται «μεγαλύτερο» με την έννοια να μοιράζεται ευθύνες και να έχει επιδόσεις. Καθώς το παιδί από τα τρία του χρόνια δοκιμάζει τις κοινωνικές και σωματικές του δεξιότητες σε σχέση με πρόσωπα και πράγματα, οι εμπειρίες της επιτυχίας και της αποτυχίας που θα αποκομίσει από την ενασχόληση αυτή θα καθορίσουν το αν θα διαμορφώσει το συναίσθημα της πρωτοβουλίας ή αυτό της ενοχής.

Αν στην ενασχόλησή του με τα πρόσωπα και πράγματα αισθάνεται ότι τα καταφέρνει, τότε αναπτύσσει το συναίσθημα της πρωτοβουλίας. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι δραστηριότητές του προκαλούν απογοήτευση, αντί για πρωτοβουλία, διαμορφώνεται ενοχή. Απογοήτευση και ενοχή προκύπτουν όταν οι πράξεις του παιδιού επιφέρουν αυστηρή κριτική, αποδοκιμασία ή τιμωρία από μέρους των γονέων. Επίσης, όταν στις πρώτες του δραστηριότητες σε σχέση με πρόσωπα και πράγματα, δεν δίνεται προσοχή και ενθάρρυνση. Ιδιαίτερα σημαντική στο στάδιο αυτό είναι η ενασχόληση του γονέα του ίδιου φύλου με τις δραστηριότητες του παιδιού λόγω της λειτουργίας της ταύτισης.

Ρόλος των γονέων στο τρίτο στάδιο

Είναι σημαντικό οι γονείς, αρχικά, να αντιμετωπίσουν την αναδυόμενη σεξουαλικότητα του παιδιού με θετικό τρόπο. Παράλληλα, όμως, χρειάζεται να δοθεί στο παιδί το μήνυμα ότι υπάρχει απαγόρευση για σεξουαλική σχέση με το γονέα, σε συμβολικό βέβαια επίπεδο. Το μήνυμα αυτό θα περάσει αν οι γονείς έχουν αποδεχθεί τη δική τους σεξουαλικότητα και έχουν εδραιώσει μια ικανοποιητική σχέση μεταξύ τους. Το παιδί θα πρέπει να κατανοήσει ότι οι γονείς όχι μόνο έχουν περισσότερα προνόμια και περισσότερη δύναμη, αλλά και μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, από την οποία το ίδιο αποκλείεται. Με αυτό τον τρόπο το ενδιαφέρον και η έλξη για το γονέα θα κατευθυνθούν έξω από την οικογένεια, προς την ομάδα των συνομηλίκων, στην οποία το παιδί της ηλικίας αυτής αρχίζει να στρέφεται όλο και περισσότερο. Σύζυγοι με προβλήματα στη σχέση τους δημιουργούν συνήθως μια σχέση εξάρτησης με το παιδί και το εμποδίζουν να αποκολληθεί από τους ίδιους και να περάσει σε πιο ώριμα στάδια ανάπτυξης.

Η αποδοχή και η στενή διαπροσωπική σχέση γονέων – παιδιού αποτελούν σημαντικά στοιχεία και σε αυτό το στάδιο, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία της ταύτισης. Μια στενή σχέση αποδοχής και αγάπης με τους γονείς βοηθά το παιδί να οικειοποιηθεί τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των γονέων του και, ιδιαίτερα, τα χαρακτηριστικά του γονέα του ίδιου φύλου.

Επίσης σημαντική είναι η ύπαρξη σταθερών αρχών και κανόνων από την πλευρά των γονέων. Επειδή το παιδί εσωτερικεύει τους κανόνες μέσω της ταύτισης και της μίμησης, έχει μεγάλη σημασία η τήρηση των αρχών και των κανόνων από τους ίδιους τους γονείς.

Τέταρτο στάδιο: Εργατικότητα ή ανεπάρκεια (5 – 10 ετών)

Η κοινωνία ζητά από το παιδί της ηλικίας αυτής να σταθεί στα πόδια του. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία το παιδί μπαίνει στο σχολείο και αρχίζει να μαθαίνει συστηματικά. Πρωταρχικός στόχος στο στάδιο αυτό είναι η άσκηση σε δεξιότητες και η ενασχόληση με τα πράγματα. Η αποτυχία στο στάδιο της σχολικής ηλικίας έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να αναπτύξει συναισθήματα ανεπάρκειας, απομόνωσης και κατωτερότητας.

– Η ένταξη στην ομάδα των συνομηλίκων

Η ένταξη του παιδιού στην ομάδα των συνομηλίκων θεωρείται βασική κατάκτηση στο στάδιο της σχολικής ηλικίας. Η ομάδα αυτή αποτελεί τη γέφυρα που θα οδηγήσει το παιδί από το χώρο της οικογένειας στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Η απομάκρυνσή του από το σπίτι, που συνδέεται με την είσοδό του στο σχολείο, δημιουργεί στο παιδί άγχος. Η ένταξή του στην ομάδα θα αναπληρώσει ένα μέρος της ανασφάλειας που του προκαλεί η απομάκρυνση από την οικογένεια.

Έτσι, δεν αισθάνεται μόνο του όταν καλείται να αντιμετωπίσει τον εργασιακό χώρο και τις ευθύνες που συνεπάγεται η απομάκρυνση από το σπίτι. Οι ομάδες ένταξης στη σχολική ηλικία είναι ομόφυλες. Το αγόρι διαμορφώνει την αντρική ταυτότητα την οποία ενισχύει στην ομάδα των αγοριών και το κορίτσι τη γυναικεία ταυτότητα, στην οποία ενισχύει αντίστοιχα στην ομάδα των κοριτσιών. Οι αποκλίσεις που παρουσιάζονται στην ένταξη του παιδιού σε ομόφυλες ομάδες κατά το στάδιο αυτό συνδέονται συχνά με διαταραχές του ρόλου του φύλου και της σεξουαλικής ταυτότητας που θα εμφανιστούν αργότερα.

Ρόλος των γονέων στο τέταρτο στάδιο

Ο κύριος ρόλος των γονέων στο στάδιο αυτό είναι να αφήσουν το παιδί να μεγαλώσει. Οι γονείς που έχουν καλή σχέση μεταξύ τους, νιώθουν ικανοποίηση ο ένας από τον άλλο γι’ αυτό δεν χρειάζονται να προσκολλώνται στο παιδί για να αναπληρώσουν τα συναισθηματικά τους κενά. Επίσης έχουν προσωπικές δραστηριότητες και ενδιαφέροντα με τα οποία θα απασχοληθούν στον ελεύθερο χρόνο τους που θα έχουν μετά την απομάκρυνση του παιδιού. Από έρευνες έχει φανεί ότι οι γυναίκες οι οποίες δεν έχουν άλλους ρόλους εκτός από την ανατροφή των παιδιών και την οικιακή εργασία εκδηλώνουν περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα. Το φαινόμενο της «σχολειοφοβίας» είναι ένα παράδειγμα αντίδρασης του παιδιού σε γονείς που δεν του «επιτρέπουν» να φύγει από το σπίτι και να μεγαλώσει.

Πέμπτο στάδιο: Εφηβεία. Ταυτότητα ή σύγχυση ρόλων

(11 – 18 ετών περίπου).

Οι ταχύτατες αλλαγές στο βιοσωματικό, το νοητικό και τον ψυχολογικό εαυτό που συμβαίνουν στην εφηβεία δημιουργούν την ανάγκη για ανασυγκρότηση του εφήβου και για διαμόρφωση μιας σταθερής εικόνας για τον εαυτό και ως προς τη μορφή και ως τα ψυχοκοινωνικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά.

Ο έφηβος έχει πλέον την ικανότητα να σκέφτεται με υποθέσεις και πιθανότητες, βλέπει την πραγματικότητα ως μια από τις πολλές άλλες δυνατές καταστάσεις. Είναι σε θέση να οραματίζεται διάφορα και διαφορετικά από τα υπάρχοντα συστήματα. Η κατάκτηση αυτή ωθεί το υπάκουο παιδί της σχολικής ηλικίας να κρίνει τις απόψεις των γονέων του και να εναντιώνεται στις απαιτήσεις τους προβάλλοντας τα δικά του επιχειρήματα. Αυτό τον ωθεί στην εξέταση του μέχρι τώρα τρόπου ζωής που ακολουθούσε και σε νέες επιλογές. Διαμορφώνει την ταυτότητά του ως προς τις βασικές αξίες και αρχές συμπεριφοράς που θα ακολουθήσει στη ζωή του. Παράλληλα, καλείται να επιλέξει σπουδές και επάγγελμα ενώ αναζητάει την σεξουαλική του ταυτότητα.

Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του εφήβου παίζει η επιτυχία ή αποτυχία του στην αντιμετώπιση των αναπτυξιακών κρίσεων των προηγούμενων σταδίων. Έφηβοι οι οποίοι πέρασαν ομαλά τα προηγούμενα στάδια ανάπτυξης έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν ταυτότητα στο στάδιο αυτό.

Βασικά στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την ταυτότητα είναι το επίπεδο εμπιστοσύνης στον εαυτό, η δέσμευση για κάποιο επάγγελμα, η στάση απέναντι στη θρησκεία και την πολιτική, η άποψη για τον εαυτό ως ενός συγκεκριμένου τύπου προσωπικότητας, η στάση για την εξωτερική εμφάνιση και το ρόλο του φύλου.

Ρόλος των γονέων στο πέμπτο στάδιο

Στο στάδιο της εφηβείας το παιδί έχει ανάγκη, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο στάδιο, από ένα σταθερό πλαίσιο και από όρια. Χρειάζεται τις σταθερές αρχές, τις αξίες και τους κανόνες που έχουν οι γονείς. Για να μπορέσει ο έφηβος να αποκτήσει αυτονομία, είναι σημαντικό να συγκρουστεί με δυνατούς γονείς. Ένας δυνατός πατέρας και μια δυνατή μητέρα δεν κινδυνεύουν να καταρρεύσουν αν τους ανταγωνιστεί.

Πηγή: Βασιλική Παπαδιώτη – Αθανασίου (2000)

, , , , ,

Εγγραφή

Subscribe to our RSS feed and social profiles to receive updates.

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αρέσει σε %d bloggers: