Η Εξελικτική Ψυχολογία της Θρησκείας

Δεκεμβρίου 20, 2011

Άρθρα, Εντελέχεια - blog

Του Δρ. Steven Pinker*

 Η ομιλία δόθηκε στην ετήσια συνάντηση του Ιδρύματος Ελευθερίας από την Θρησκεία, στις 29 Οκτωβρίου 2004, κατά την παράδοση του βραβείου “Τα Νέα Ρούχα του Αυτοκράτορα”

 Σας ευχαριστώ πολύ για την μεγάλη τιμή που μου κάνετε. Ανυπομονώ να διακοσμήσω το γραφείο μου στο Χάρβαρντ με τον Αυτοκράτορα. Πρόκειται για μία ειδική τιμή να βρίσκομαι εδώ προς αναγνώριση των επιτευγμάτων της Άνι Γκέιλορ (Anne Gaylor) και θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου για την υπέροχη δουλειά που έχει κάνει σ’αυτό το Ίδρυμα.

 Έχουμε πράγματι το “γονίδιο του Θεού” ή ένα “θεϊκό κύκλωμα”; Αναφέρομαι σε μερικούς ισχυρισμούς που πολλοί από εσάς ίσως να έχετε υπόψην. Πριν από μόλις μια εβδομάδα το περιοδικό Times κυκλοφόρησε με το εξώφυλλο: “Το Γονίδιο του Θεού: η θεότητα μας ωθεί στην αναζήτηση μιας ανώτερης δύναμης;”. Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, μερικοί επιστήμονες απαντούν θετικά στο ερώτημα αυτό. Πριν από λίγα χρόνια κάποιοι ισχυρίζονταν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξοπλισμένος με ένα υποσύστημα διαμορφωμένο από την εξέλιξη το οποίο ευθύνεται για την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με τους Λος Άντζελες Ταιμς , “αυτό το θεϊκό κύκλωμα επηρεάζει την ένταση της θρησκευτικότητας”. Στην σημερινή μου ομιλία θα ήθελα να κάνω μια αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών.

 Σίγουρα μπροστά μας υπάρχει ένα φαινόμενο προς εξήγηση, και αυτό δεν είναι άλλο από την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με εθνολογικές μελέτες, η θρησκευτική πίστη είναι πανανθρώπινο φαινόμενο. Σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ψυχή συνεχίζει να υπάρχει και μετά το φυσικό θάνατο, ότι οι θρησκευτικές τελετές μπορούν να αλλάξουν τον φυσικό μας κόσμο και να μας φέρουν αντιμέτωπους με την αλήθεια, αλλά και και πως οι αρρώστιες και η κακοτυχία γιατρεύονται μέσω διάφορων αόρατων προσωποποιημένων οντοτήτων όπως πνεύματα, φαντάσματα, άγιοι, δαίμονες, Χερουβίμ ή πρόσωπα όπως ο Ιησούς, οι διάβολοι και οι θεοί.

Κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να ρωτήσει: αυτό το φαινόμενo απαντάται σε όλες τις κοινωνίες; Η απάντηση είναι πως ναι, σε όλες. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα μιας κοινωνίας με την οποία είμαστε όλοι οικείοι, αυτό των Η.Π.Α. Την τελευταία φορά που έλεγξα τα αποτελέσματα ερευνών γύρω από θρησκευτικά θέματα, το 25% των Αμερικανών πίστευε στις μάγισσες, το 50% στα φαντάσματα, το 50% τον διάβολο, το 50% πίστευε πως το περιεχόμενο της Γενέσεως (σ.σ. το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης) είναι αληθές κυριολεκτικά, το 69% πίστευε στους αγγέλους, το 87% πίστευε πως ο Ιησούς αναστήθηκε από τους νεκρούς και το 96% πίστευε σε κάποια μορφή ανώτερης θεϊκής δύναμης.

 Τι συμβαίνει λοιπόν; Ο ανθρώπινος νους από πολλές απόψεις φαίνεται είναι μια καλοφτιαγμένη μηχανή. Βέβαια, δεν είναι κυριολεκτικά μια καλοφτιαγμένη μηχανή αλλά έχει την εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά μιας καλής μηχανής υπό τη βιολογική σκοπιά του όρου. Για παράδειγμα, μπορούμε να βλέπουμε, να σκεφτόμαστε, να μιλάμε, να κατανοούμε και γενικά να επιτυγχάνουμε στόχους καλύτερα από οποιοδήποτε ρομπότ ή υπολογιστή. Δεν μπορούμε να πάμε στην Σίρκουιτ Σίτυ και να αγοράσουμε το ρομπότ-οικιακή βοηθό των Τζετσονς (σ.σ. φουτουριστική εκπομπή κινουμένων σχεδίων) και να περιμένουμε πως θα είναι ικανό να πλένει τα πιάτα ή να κάνει απλές καθημερινές δουλειές. Τέτοιου είδους εργασίες είναι πολύ δύσκολες για κάποιο ανθρώπινο δημιούργημα όπως είναι ένα ρομπότ, παρόλο που ένα πεντάχρονο παιδί θα μπορούσε να τις κάνει χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Η εξήγηση αυτής της καλοφτιαγμένης μηχανής έρχεται μέσα από την δαρβίνια θεωρία της Εξέλιξης, της μόνης θεωρίας που έχουμε προς το παρόν η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει με όρους αίτιου-αιτιατού την αυταπάτη του σχεδιασμού αυτής της μηχανής.

 Το ερώτημα που γεννάται όμως είναι πως γίνεται μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό να εξελίχθηκαν και οι παράλογες δοξασίες; Ο Χένρι Λούις Μένκεν (H.L. Mencken ) είπε πως “η πιο κοινή από όλες τις τρελές αντιλήψεις είναι η παθιασμένη πίστη σε κάτι που είναι εξόφθαλμα μη αληθές. Αυτή είναι η κύρια απασχόληση της ανθρωπότητας”. Αυτή η δήλωση εκφράζει ένα αίνιγμα για τους ψυχολόγους.

 Μια εξήγηση είναι πως η θρησκευτική πίστη είναι άλλη μια περιβαλλοντική προσαρμογή. Πολλές από τις ικανότητες και τις αυτόματες συμπεριφορές μας είναι προϊόν προσαρμογών οι οποίες έγιναν ώστε να μπορούμε να ανταποκριθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Έχουμε την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε το βάθος σε μια εικόνα επειδή ο κόσμος μας είναι τρισδιάστατος. Έχουμε έναν ενδογενή φόβο για τα φίδια επειδή τα φίδια στο περιβάλλον μας είναι επικίνδυνα.

 Ίσως, από την άλλη, να υπάρχει  πράγματι μια αόρατη, θαυματουργή θεότητα που μας προσέχει και μας ανταμείβει και πράγματι να έχουμε αυτό το θεϊκό εγκεφαλικό κύκλωμα ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε μαζί της. Ως επιστήμονας μου αρέσει να αντιμετωπίζω τα ερωτήματα ως υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν και αυτή η εναλλακτική υπόθεση μπορεί να ελεγχθεί. Βάσει αυτής, για παράδειγμα, τα θαύματα θα έπρεπε να είναι παρατηρήσιμα, η επιτυχία στην ζωή να ισούται με αρετή και η ο πόνος με την αμαρτία. Δεν γνωρίζω κάποιον που να προχώρησε σε τέτοιου είδους έρευνες, αλλά θα μπορούσα να πω πως έχουμε αρκετούς λόγους να πιστεύουμε πως αυτή η υπόθεση δεν έχει επαληθευτεί. Υπάρχει μια παροιμία των Γίντις που λέει πως “Αν ο Θεός κατοικούσε στην Γη, οι άνθρωποι θα είχαν σπάσει τα παράθυρά του”. 

Η θρησκεία ως εξελικτικός μηχανισμός

Έχουν γίνει και άλλες, πιο ευλογοφανείς προσπάθειες επεξήγησης της θρησκευτικής πίστης ως βιολογικό μηχανισμό προσαρμογής. Αν και η δαρβινική θεώρηση του ψυχικού μας κόσμου με καλύπτει σε μεγάλο βαθμό, δεν θεωρώ πως αυτού του είδους οι επεξηγήσεις είναι αρκετά πειστικές.

Η πρώτη από αυτές είναι πως η θρησκεία μας ανακουφίζει. Ιδέες όπως ο καλός ποιμένας, το θεϊκό σχέδιο, ή η μεταθανάτια ζωή κάνουν την ζωή μας λιγότερο επίπονη και μας κάνουν να αισθανόμαστε καλύτερα. Φυσικά υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας σε αυτήν την επεξήγηση, αλλά δεν είναι μια ικανοποιητική θεωρία βιολογικής προσαρμογής, καθώς αυτόματα εγείρει το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι βρίσκουν ανακούφιση σε λανθασμένες πεποιθήσεις. Το να πιστεύεις πως κάτι ισούται με Χ, αυτό αυτόματα δεν κάνει και την πεποίθησή σου αληθή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η σκέψη και μόνο πως κάτι είναι Χ να είναι ανακουφιστική, εφόσον δεν έχεις κανέναν λόγο να πιστεύεις πως είναι πράγματι έτσι. Σκεφτείτε το ακόλουθο: όταν έχετε παγώσει από το κρύο και κάποιος σας πει πως είστε ζεστοί, ή όταν σας κυνηγά ένα μανιασμένο σαρκοφάγο ζώο και κάποιος σας πει πως το ζώο είναι απλά ένα λαγουδάκι αυτές οι σκέψεις δεν σας ανακουφίζουν ιδιαίτερα. Σε γενικές γραμμές δεν είμαστε τόσο ευκολόπιστοι. Γιατί όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά την θρησκευτική πίστη;

Η δεύτερη υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι πως η η θρησκεία δυναμώνει τους δεσμούς μια κοινότητας. Όσοι διαβάσατε το άρθρο των Τάιμς στο οποίο αναφέρθηκα πριν ίσως γνωρίζετε κάποια πράγματα γι’ αυτή την θεωρία, μιας και οΝτέν Χάμερ (Dean Hamer ) του οποίου το βιβλίο “Το γονίδιο του Θεού” ήταν η έμπνευση για το εν λόγω εξώφυλλο των Τάιμς, ανέπτυξε αυτή την υπόθεση ως μια πιθανή εξήγηση της θρησκείας. Και πάλι θεωρώ πως υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας και σε αυτή τη θεωρία, μιας και όντως η θρησκεία φέρνει τα μέλη μιας κοινότητας πιο κοντά. Αλλά και πάλι γεννάται το ίδιο ερώτημα: γιατί; Γιατί η πίστη σε πνεύματα ή σε μυστικιστικές τελετές να είναι απαραίτητο συστατικό για να ενδυναμωθούν οι δεσμοί μιας κοινότητας, με απώτερο σκοπό φυσικά την επιβίωσή της; Γιατί τα συναισθήματα της εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλίας και της αλληλεγγύης δεν είναι αρκετά από μόνα τους; Δεν υπάρχει κάποιος a priori λόγος να θεωρούμε πως η πίστη στην ψυχή ή σε μια θρησκευτική τελετή βοηθάει άμεσα την συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων μονάδων.

Μία τρίτη θεωρία είναι πως η θρησκεία είναι η πηγή των ανώτερων ηθικών αξιών μας. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο “Rock of Ages” του Στήβεν Γκουλντ (Steven Jay Gould) γνωρίζετε αυτό το επιχείρημα: εφόσον η επιστήμη δεν μπορεί να μας πει ποιες θα πρέπει να είναι οι ηθικές μας αξίες, η θρησκεία είναι εκεί για να αναλάβει αυτό το ρόλο και γι’ αυτό αυτές οι δύο “αυθεντίες” θα πρέπει να δείχνουν σεβασμό η μία προς την άλλη. Το μεγάλο πρόβλημα με αυτήν την επεξήγηση είναι εμφανές σε όποιον έχει διαβάσει τη Βίβλο η οποία είναι ένα εγχειρίδιο για βιασμούς, γενοκτονίες και καταστροφή. Ο Θεός λέει στους Ισραηλίτες να εισβάλουν στα χωριά της Μαδιάμ : “Σκοτώστε όλους τους άνδρες, σκοτώστε όλα τα παιδιά, σκοτώστε όλες τις ηλικιωμένες γυναίκες. Τις νεαρές γυναίκες που βρίσκετε ελκυστικές φέρτε τες πίσω στο στρατόπεδό σας, ξυρίστε τα κεφάλια τους και κλειδώστε τες σε ένα δωμάτιο για 30 ημέρες έως ότου σταματήσουν να κλαίνε γιατί σκοτώσατε τους γονείς τους και τότε πάρτε τες ως τέταρτες ή πέμπτες συζύγους σας”(σ.σ. Παλαιά Διαθήκη, Κεφ. 31). Έτσι βλέπουμε πως η Βίβλος, αντίθετα με τα όσα πιστεύει η πλειονότητα των Αμερικανών, μόνο πηγή ανώτερων ηθικών αξιών δεν είναι. Οι θρησκείες είχαν ως αποτέλεσμα λιθοβολισμούς, κάψιμο μαγισσών,τις Σταυροφορίες, την Ιερά Εξέταση, ιερούς πολέμους (Τζιχάντ ), βομβιστές αυτοκτονίας, το κυνήγι των ομοφυλόφιλων, ανθρώπους που πυροβολούν εν ψυχρώ το προσωπικό κλινικών που κάνουν εκτρώσεις αλλά και μητέρες που έπνιξαν τα παιδιά τους ώστε να μπορούν να ξανασυναντηθούν αγαπημένοι στον παράδεισο.

 Οι ηθικές αξίες δεν πηγάζουν απαραίτητα από τη θρησκεία. Οι ψυχολόγοι έχουν εντοπίσει πολλά συναισθήματα που είναι πανανθρώπινα, όπως η αγάπη, η συμπόνοια, η γενναιοδωρία, η ενοχή, η ντροπή και η αγανάκτηση. Η πίστη σε πνεύματα δεν έχει άμεση σχέση με αυτά. Οι ηθικοί φιλόσοφοι όπως ο Πήτερ Σίνγκερ (Peter Singer) οι οποίοι εξετάζουν εξονυχιστικά την έννοια της ηθικότητας έχουν καταστήσει εμφανές πως η ηθική λογικά έχει τις ρίζες της στην εναλλαξιμότητα των ενδιαφερόντων μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Τα παγκόσμια ηθικά συστήματα συλλαμβάνουν με κάποιο τρόπο αυτή την ιδέα της εναλλαξιμότητας των ενδιαφερόντων και των οπτικών γονιών μας, αυτή την ιδέα δηλαδή του χρυσού κανόνα πως “είμαι απλά ένα άτομο μεταξύ άλλων”. Πάνω σε αυτόν τον κανόνα βασίζονται άλλωστε και οι ιδέες όπως ο “συνεχώς επεκτεινόμενος κύκλος” του Σίνγκερ αλλά το “πέπλο της άγνοιας” του Τζον Ρολς (John Rawls). Ένας ανθρωπόμορφος θεός- τιμωρός που φέρνει την δικαιοσύνη δεν έχει θέση στην προσπάθεια επεξήγησης της ηθικότητας.

 Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα “Γιατί ο Homo Sapiens έχει τόσο έντονη τάση προς τη θρησκευτική πίστη;” πρέπει αρχικά να κάνει τη διάκριση μεταξύ των συμπεριφορών που είναι άμεσα προϊόντα της φυσικής προσαρμογής υπό τη Δαρβινική έννοια του όρου και των συμπεριφορών που είναι υποπροϊόντα αυτής της προσαρμογής. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: γιατί το αίμα μας είναι κόκκινο; Το κόκκινο αίμα μας δίνει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα (π.χ. καμουφλάρισμα από πιθανούς κινδύνους); Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Η εξήγηση του λόγου για τον οποίο έχουμε κόκκινο αίμα είναι πως μέσω της φυσικής προσαρμογής επικράτησε η μεταφορά του οξυγόνου μέσω ενός συγκεκριμένου μορίου, της αιμογλοβίνης. Η αιμογλοβίνη τυγχάνει να έχει κόκκινο χρώμα όταν είναι οξυγονωμένη, οπότε το κόκκινο χρώμα του αίματός μας είναι απλά ένα υποπροϊόν της απαραίτητης χημείας που κρύβεται πίσω από τη μεταφορά του οξυγόνου στο σώμα μας. Το χρώμα αυτό καθ’ αυτό δεν έχει επικρατήσει βάσει της φυσικής προσαρμογής. 

Για να ξεχωρίσουμε την φυσική προσαρμογή από τα υποπροϊόντα της το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να σιγουρευτούμε πως το υπό εξέταση χαρακτηριστικό αναπτύσσεται κάτω από διαφορετικά περιβάλλοντα και πως εμφανίζεται καθολικά στα μέλη του είδους. Αυτός ο κανόνας για παράδειγμα μας επιτρέπει να αποφανθούμε πως η ανάγνωση δεν αποτελεί βιολογική προσαρμογή. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν αυτόματα ανάγνωση, καθώς χρειάζεται κάποιος να τους διδάξει πρώτα, σε αντίθεση με την ομιλία η οποία αποτελεί βιολογική προσαρμογή, μιας και εμφανίζεται σε όλα τα παιδιά με φυσιολογική ανάπτυξη ανεξαρτήτως της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσαν.

 Το δεύτερο κριτήριο είναι να μπορεί να ειπωθεί πως το χαρακτηριστικό αυτό θα μπορούσε να έχει βοηθήσει στην επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους μέσα στα πλαίσια του περιβάλλοντός του στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτό στην περίπτωση του ανθρώπινου είδους είναι ένα περιβάλλον στο οποίο ο άνθρωπος ήταν τροφοσυλλέκτης και κυνηγός, συμπεριφορές που ήταν παρούσες πολύ πριν την σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη της αγροτικής καλλιέργειας και του πολιτισμού.

Ένα σημαντικό στοιχείο του δεύτερου κριτηρίου είναι πλεονέκτημα που έδωσε (ή που συνεχίζει να δίνει) το υπό εξέταση χαρακτηριστικό να είναι σε συμφωνία με τους νόμους της φυσικής, της μηχανικής και της χημείας, ώστε το αποτέλεσμα της προσαρμογής να καθίσταται χρήσιμο. Αυτή η χρησιμότητα βεβαίως δεν πρέπει να καθορίζεται εκ των υστέρων, γιατί έτσι δεν έχουμε μια λογική εξελικτική επεξήγηση αλλά ένα παραμύθι. Ένας τρόπος για να διαχωρίσουμε αυτές τις δύο διαφορετικές επεξηγήσεις είναι να εξετάσουμε την εξελικτική χρησιμότητα του υπό εξέταση γνωρίσματος από μια ανεξάρτητη σκοπιά.

 Επί παραδείγματι, μέσω της προβολικής γεωμετρίας κάποιος μπορεί να δείξει πως με τον συνδυασμό δύο εικόνων του ίδιου τοπίου από δύο διαφορετικές κάμερες/οπτικές γωνίες, είναι δυνατόν να υπολογιστεί το βάθος των αντικειμένων. Οι άνθρωποι και άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά είμαστε εφοδιασμένοι με τέτοιου τύπου βιολογικές κάμερες οι οποίες μας βοηθούν στην στερεοσκοπική αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Αυτές οι κάμερες είναι ακριβώς αυτό που θα περνούσε από το μυαλό των μηχανικών εάν ήθελαν να δημιουργήσουν ένα ρομπότ εφοδιασμένο με αντίληψη του βάθους. Αυτή η ομοιότητα είναι ένας αρκετά καλός λόγος να πιστεύουμε πως η ικανότητά μας για στερεοσκοπική αντίληψη βάθους είναι μια εξελικτική προσαρμογή.

 Το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο των φιδιών. Σε όλες τις κοινωνίες οι άνθρωποι φοβούνται τα φίδια. Μάλιστα αυτός ο φόβος παρουσιάζεται ακόμη και σε μαϊμούδες που μεγάλωσαν σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον και δεν έχουν δει ποτέ τους φίδια. Γνωρίζουμε από την ερπετολογία πως τα φίδια ήταν ένα από τα κυρίαρχα είδη στην Αφρική, κατά τη διάρκεια της εξέλιξής μας, όπως επίσης γνωρίζουμε πως το να σε δαγκώσει ένα φίδι δεν είναι καλό λόγω της χημείας του δηλητηρίου του φιδιού. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε πως αυτή καθ’ αυτή η επικινδυνότητα των φιδιών λόγω των δηλητηρίων τους δεν είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά βάσει αυτής αναπτύχθηκε το σύγχρονο ψυχολογικό φαινόμενο, αυτό της έμφυτης φοβίας προς τα φίδια, κάτι που όπως βλέπουμε είναι εύλογο να υποθέσουμε πως αποτελεί εξελικτική προσαρμογή.

Ένα τρίτο παράδειγμα είναι η τάση να μας αρέσουν τα γλυκά φαγητά. Φυσικά δεν πρόκειται για κάποια τρομερά εξελικτική συμπεριφορά πλέον, αλλά ξέρουμε από την βιοχημεία πως η ζάχαρη περιέχει πολλές θερμίδες, κάτι που θα μπορούσε να είναι σωτήριο σε μια εποχή που οι πηγές τροφής ήταν περιορισμένες. Γι’ αυτό το λόγο αυτή η τάση μπορεί να θεωρηθεί μια ακόμη εξελικτική προσαρμογή.

 

Εν αντιθέσει με τα παραπάνω παραδείγματα, δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι η εξελικτική λειτουργικότητα του χιούμορ ή της μουσικής. Θεωρώ πως οι επεξηγήσεις της θρησκείας στις οποίες αναφέρθηκα ήδη έχουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα: δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη και λογική εξήγηση του λόγου για τον οποίο φάνηκε χρήσιμη στο είδος μας.

 Τα οφέλη της θρησκείας για τους “παραγωγούς” και τους “καταναλωτές” της

 Η εναλλακτική θεωρία είναι βεβαίως πως όπως ακριβώς το χρώμα του αίματος, έτσι και η θρησκεία είναι ένα υποπροϊόν άλλων προσαρμογών. Ένα πολύ σημαντικό πόρισμα της θεωρίας της Εξέλιξης είναι πως η μάχη της επιβίωσης μεταξύ οργανισμών -είτε ανήκουν στο ίδιο είδος, είτε σε διαφορετικό- οδηγούν σε έναν ιδιότυπο “ανταγωνισμό εξοπλισμών”. Ο ένας οργανισμός αναπτύσσει πιο έξυπνα ή πιο θανατηφόρα όπλα, ο άλλος απαντάει αναπτύσσοντας ακόμη πιο ευφυείς άμυνες κ.ο.κ. Σε κάθε στάδιο κατά τη διάρκεια αυτού του αέναου ανταγωνισμού ένα χαρακτηριστικό μπορεί να είναι προσαρμοστικό για έναν οργανισμό, αλλά όχι για τους αντιπάλους του, εφόσον το όπλο του πρώτου είναι ανώτερο της άμυνας του δεύτερου. Και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που δεν είναι όλες οι συμπεριφορές προσαρμοστικές, τουλάχιστον όχι για όλους τους οργανισμούς. Κάτι που είναι προσαρμοστικό για το λιοντάρι δεν είναι για το πρόβατο.

Οπότε, μια αναδιατύπωση της ερώτησης “Γιατί η θρησκεία είναι τόσο διαπεραστική;” είναι το ερώτημα “Ποιος ωφελείται από αυτή;”. Για να το θέσω και αλλιώς, πρέπει να διαχωρίσουμε τα πιθανά οφέλη των παραγωγών της θρησκείας (το θρησκευτικό κατεστημένο των ιερέων) από τα οφέλη των καταναλωτών της (το ποίμνιο, οι πιστοί). Η απάντηση μπορεί να είναι διαφορετική σε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Οπότε, πρέπει να διαφοροποιήσουμε την ερώτηση “Ποιο είναι το όφελος από την χάραξη της θρησκείας από τους σαμάνους, τους ιερείς και λοιπούς;” από την ερώτηση “Ποιο είναι το όφελος της αποδοχής της θρησκείας από τους πιστούς;”.

Ορισμένοι ανθρωπολόγοι πιστεύουν πως τα οφέλη της θρησκείας γίνονται εμφανή σε αυτούς που προκαλούν την θρησκευτική πίστη σε τρίτους. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών είναι η λατρεία των προγόνων. Αυτή η προγονολατρεία ακούγεται πολύ καλή σε κάποιον ο οποίος ξέρει πως σε λίγα χρόνια θα γίνει και ο ίδιος πρόγονος. Ένα από τα μειονεκτήματα του γήρατος είναι η συνειδητοποίηση της θνητής μας φύσης. Εάν καταφέρεις να πείσεις τους ανθρώπους γύρω σου πως θα συνεχίσεις να αλληλεπιδράς μαζί τους ακόμη και μετά τον θάνατό σου, αυτό τους δίνει ένα κίνητρο να σου φέρονται καλά έως και την τελευταία μέρα της ζωής σου.

 Οι τροφικές απαγορεύσεις είναι επίσης πολύ συχνές σε όλες τις θρησκείες. Εάν καταφέρεις να αποτρέψεις την βρώση μιας συγκεκριμένης τροφής, ιδιαίτερα ζωικής προέλευσης, από παιδιά κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της ζωής τους, αυτά θα μεγαλώσουν έχοντας αναπτύξει το αίσθημα της αηδίας απέναντι και μόνο στη σκέψη του να φάνε αυτό το απαγορευμένο φαγητό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι περισσότεροι από εμάς δεν τρώμε σκυλιά, εγκεφάλους πιθήκων ή σκουλήκια, αν και σε άλλες κοινωνίες αυτές οι τροφικές προτιμήσεις είναι συνηθισμένες. Υπάρχουν επίσης και οικολογικοί λόγοι που προκαλούν την ανάπτυξη τροφικών απαγορεύσεων, όπως επίσης υπάρχουν και λόγοι που καθιστούν απαραίτητο τον έλεγχο των τροφών μέσα στις κάθε κοινωνίες. Από τη στιγμή που δύο γειτνιάζουσες κοινωνίες έχουν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες, εάν κρατήσεις τα μέλη της κοινωνίας σου μακριά από τις διατροφικές συνήθειες των άλλων, τότε αυτόματα μειώνεις την πιθανότητα να φύγουν από τη δική σου ομάδα και να πάνε στην άλλη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι οι τελετές περάσματος από μία κατάσταση σε μια άλλη. Πολλές κοινωνικές αποφάσεις πρέπει να γίνουν με ένα κατηγορηματικό “ναι ή όχι”, ή με ένα “όλο ή τίποτα”. Αλλά η βιολογική ανάπτυξη είναι συνεχής και με λιγότερο ξεκάθαρα όρια μεταξύ των διάφορων σταδίων. Ένα παιδί δεν γίνεται ενήλικας από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά παρόλα αυτά πρέπει να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όπως πότε κάποιος έχει δικαίωμα ψήφου, πότε μπορεί να οδηγήσει ή να αγοράσει όπλα. Δεν υπάρχει κάτι μαγικό στην ηλικία των 13 ή των 18 ή σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία. Απλά είναι πιο εύκολο να ορίσουμε αυθαίρετα μια ηλικία μετά την οποία ένα άτομο θεωρείται ώριμο για κάτι, παρά να ελέγχουμε τον βαθμό ωριμότητας του καθενός κάθε φορά που θέλει, για παράδειγμα, να αγοράσει αλκοόλ. Οι θρησκευτικές τελετές οριοθετούν διάφορα στάδια της ζωής των πιστών, λειτουργώντας παρόμοια με μία αστυνομική ταυτότητα. Μια ακόμη λιγότερο ξεκάθαρη οριοθέτηση στις κοινωνίες μας είναι το έως πότε κάποιος είναι ελεύθερος να εμπλέκεται σε ρομαντικές σχέσεις και πότε πρέπει να δεσμευτεί με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο θρησκευτικός γάμος είναι ένας χρήσιμος τρόπος οριοθέτησης αυτών των δύο διαφορετικών σταδίων στην ζωή μας.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των περισσότερων θρησκειών είναι οι θυσίες. Ένα γενικό πρόβλημα στην δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών μιας ομάδας είναι το πως μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τους πιστούς υπηκόους της, από τους λιγότερο πιστούς ή τα παράσιτά της. Ένας τρόπος για να ελέγξει κάποιος ποιος νιώθει πραγματικούς δεσμούς με την ομάδα είναι να δει κατά πόσο είναι έτοιμος να κάνει θυσίες γι’ αυτή. Ας δούμε ένα παράδειγμα που οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Σε μια οικεία μας εθνική ομάδα λέγεται το εξής: “Μόλις απέκτησες γιο. Σε παρακαλώ δώσε μου το μωρό ώστε να του κόψω λίγο δέρμα από το πέος του”. Φυσικά αυτό δεν θα το έκανε ο καθένας, εκτός και αν λάμβανε υπόψην του πολύ σοβαρά τις σχέσεις του με την υπόλοιπη εθνική ομάδα. Φυσικά υπάρχουν ακόμη πιο βάρβαρα παραδείγματα από άλλες κοινωνίες του κόσμου μας.

 Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι η ύπαρξη ειδημόνων με μυστηριώδεις γνώσεις. Εάν είσαι ο μοναδικός που έχει μυστηριώδεις και σημαντικές γνώσεις, τότε κερδίζεις αυτόματα τον σεβασμό των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Ακόμη και σε ένα μη θρησκευτικό περιβάλλον, οι περισσότερες κοινωνίες δείχνουν σεβασμό προς άτομα που θεωρούνται γνώστες και ειδήμονες στον χώρο τους. Οπότε, μια καλή στρατηγική των ιερέων είναι να αναμιγνύουν τις όποιες πραγματικές τους γνώσεις – και πράγματι οι ανθρωπολόγοι έχουν βρει πως οι σαμάνοι και οι μάγοι σε διάφορες φυλές του κόσμου έχουν γνώσεις των ιδιοτήτων των φυτών που χρησιμοποιούν- με λίγο “άμπρα κατάμπρα”, παραισθησιογόνες ουσίες, ταχυδακτυλουργικά κόλπα, πολυτελή ρούχα, όμορφους ναούς κτλ. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν την αντίληψη πως υπάρχουν μυστηριώδεις και ακατανόητοι κόσμοι και ο μόνος τρόπος να έρθει κάποιος σε επαφή με αυτούς είναι μέσω των υπηρεσιών τους.

 Όλα αυτά τα πρακτικά πλεονεκτήματα αποκαλύπτουν ένα κομμάτι του μυστηρίου του λόγου για τον οποίον οι άνθρωποι αρέσκονται να ενθαρρύνουν την θρησκευτική πίστη στους άλλους, χωρίς ωστόσο να καταδεικνύουν κάποια βιολογική προσαρμογή. Σε αυτή την περίπτωση η θρησκευτική πίστη είναι απλά ένα υποπροϊόν άλλων, πιο βασικών, κινήτρων.

Αλλά τι συμβαίνει με την άλλη πλευρά των συναλλαγών, τους “καταναλωτές”; Γιατί συνεχίζουν να αγοράζουν το προϊόν των παραγωγών της θρησκείας; Ένας λόγος είναι πως στις περισσότερες περιπτώσεις δείχνουμε εμπιστοσύνη σε ειδικούς. Αυτή είναι η φύση της ειδημοσύνης. Εάν έχω πονόδοντο, ανοίγω το στόμα μου και επιτρέπω σε έναν τύπο να μου τρυπήσει τα δόντια. Εάν έχω στομαχόπονο, επιτρέπω σε έναν άλλο να με εγχειρήσει. Όλες αυτές οι καταστάσεις περιέχουν σε έναν βαθμό πίστη. Φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις η πίστη είναι λογική, αλλά μπορεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να καταστεί μη λογική.

 Υπάρχουν όμως και συναισθηματικοί λόγοι οι οποίοι εξελίχθηκαν για κάποιους λόγους και οι οποίοι μας κάνουν επιρρεπείς στην θρησκευτική πίστη. Η ανθρωπολόγος Ρουθ Μπένεντικτ (Ruth Benedict ) συνοψίζει πολύ καλά το αίσθημα της προσευχής λέγοντας πως “η θρησκεία είναι μια παγκόσμια τεχνική για την επιτυχία”. Εθνογραφικές έρευνες έχουν δείξει πως όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον Θεό, δεν το κάνουν για να κουτσομπολεύσουν ή για να μοιραστούν τις γνώσεις τους μαζί του. Το κάνουν για να ζητήσουν χάρες όπως ίαση ασθενειών, επαγγελματική επιτυχία ή επιτυχία σε έναν πόλεμο. Αυτή η ιδέα έχει κάνει την εμφάνισή της και στο “Λεξικό του Διαβόλου” τουΆμπροους Μπίερς (”The Devil’s Dictionary”, Ambrose Bierce ) όπου η λέξη “προσευχή” ορίζεται ως “η πράξη κατά την οποία κάποιος ο οποίος δηλώνει ανάξιος ζητά να αλλάξουν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη του”. Επομένως, από αυτή την άποψη η θρησκεία είναι ένα έσχατο μέτρο στο οποίο καταφεύγουν οι άνθρωποι όταν δυσκολεύουν τα πράγματα και οι συνήθεις τεχνικές επίτευξης ενός στόχου φαίνεται να αποτυγχάνουν.

Πέρα από τους συναισθηματικούς υπάρχουν και κάποιοι γνωστικοί λόγοι, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τον κόσμο, οι οποίοι έχουν ερευνηθεί σε βάθος από τους ανθρωπολόγους ΝτανΣπέρμπερ (Dan Sperber), Πασκάλ Μπόιερ (Pascal Boyer) και Σκωτ Άτραν (Scott Atran). Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την εξελικτική ψυχολογία της θρησκείας είμαι σίγουρος πως θα απολαύσει ιδιαίτερα το βιβλίο του Μπόιερ “Η εξήγηση της Θρησκείας” (Religion Explained) αλλά και το “Στον Θεό που Εμπιστευόμαστε” (In God We Trust) του Άτραν. Το “Γονίδιο του Θεού” (The God Gene) είναι επίσης ένα πολύ καλό ανάγνωσμα, αλλά προτιμώ τα έργα των Μπόιερ και Άτραν.

 

Θεωρία της νοητικής απόδοσης

Το σημείο εκκίνησης είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης σκέψης που οι ψυχολόγοι αποκαλούν διαισθητική ψυχολογία (intuitive psychology) ή “θεωρία της νοητικής απόδοσης”. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία οι άνθρωποι δημιουργούν τις δικές τους διαισθητικές θεωρίες για να εξηγήσουν την συμπεριφορά των άλλων ατόμων. Όταν προσπαθώ να προβλέψω την συμπεριφορά κάπου, δεν τον σκέφτομαι ως ένα ρομπότ το οποίο απλά αντιδρά στα φυσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός του, αλλά αντίθετα, του αποδίδω μια ανεξάρτητη νοητική ικανότητα. Δεν γνωρίζω επακριβώς τι θέλει να κάνει κάποιος ή τι αισθάνεται αλλά υποθέτοντας πως -όπως και εγώ, έτσι και αυτός- σκέφτεται και αισθάνεται πράγματα. Με άλλα λόγια δηλαδή υποθέτω πως έχει νου και προσπαθώ να εξηγήσω η συμπεριφορά του βάσει των πεποιθήσεων και των επιθυμιών του.

Αυτό το φαινόμενο που λέγεται διαισθητική ψυχολογία, το οποίο, σύμφωνα με έρευνες, είναι υπαρκτό και ξεχωριστό μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού, φαίνεται πως είναι απών σε άτομα που πάσχουν από αυτισμό. Τα αυτιστικά άτομα μπορεί να έχουν ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά, τις τέχνες, την γλώσσα ή τη μουσική, αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούν να αποδώσουν σωστά νοητικές λειτουργίες στους άλλους ανθρώπους. Συμπεριφέρονται στους ανθρώπους όπως σε ένα ρομπότ ή μια κούκλα. Έχουν γίνει έρευνες που προσπάθησαν να εντοπίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη λειτουργία και προς το παρόν φαίνεται πως ένα μέρος αυτής λαμβάνει χώρα στον κυκλοειδήμεσοπρόσθιο (orbital ventromedial cortex) αλλά και τον άνω κροταφικό φλοιό (superior temporal sulcus).

Ίσως η απανταχού παρούσα πίστη σε πνεύματα, ψυχές, θεούς, αγγέλους κτλ να οφείλεται στην διαισθητική μας ψυχολογία η οποία βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ. Εάν έχεις την τάση να πιστεύεις σε μια αόρατη ύπαρξη που αποκαλείς “νου” και η οποία συνυπάρχει με το σώμα, τότε το επόμενο βήμα είναι να θεωρήσεις πως ο “νους” μπορεί και υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα. Στοκάτω-κάτω , ποτέ δεν μπορούμε να αγγίξουμε τον νου των άλλων ανθρώπων, οπότε πάντοτε χρειάζεται να κάνουμε ένα μικρό λογικό άλμα. Απλά στην περίπτωση του δυισμού που ανέφερα πιο πάνω, κάνουμε ένα ακόμη, λίγο πιο μεγάλο, λογικό άλμα.

Μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα ο ανθρωπολόγος Έντουαρντ Τάιλερ (Edward Tyler) κατέληξε στο συμπέρασμα πως με κάποιον τρόπο υπάρχουν επαρκείς εμπειρικές αποδείξεις για την ύπαρξη της ψυχής. Αυτές οι αποδείξεις υπήρχαν μέχρι την πρόσφατη ανάπτυξη των νευροεπιστημών , οι οποίες μας προσφέρουν μια εναλλακτική επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος νους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα όνειρα. Όταν ονειρευόμαστε το σώμα μας παραμένει στο κρεβάτικαθ’ όλη τη διάρκεια του ύπνου, αλλά κάποιο κομμάτι του εαυτού μας μας φαίνεται πως είναι ξύπνιο και περιπλανιέται στον κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν είμαστε σε ημιναρκώδη κατάσταση κατά τη διάρκεια ενός πυρετού, όταν παίρνουμε ναρκωτικά ή όταν έχουμε αϋπνίες.

Οι σκιές και οι αντικαθρεπτισμοί είναι μυστηριώδεις (ή τουλάχιστον ήταν έως την ανάπτυξη των θεωριών για τις φυσικές ιδιότητες του φωτός οι οποίες επεξήγησαν αυτά τα φαινόμενα). Φαίνεται πως έχουν την μορφή και την υπόσταση ενός ατόμου, χωρίς όμως να είναι το ίδιο το άτομο.

 Ο θάνατος, φυσικά, είναι η υπέρτατη απόδειξη της ύπαρξης της ψυχής. Κάποιος μπορεί να σφύζει από ζωή τη μια στιγμή και την αμέσως επόμενη να είναι ένα άψυχο σώμα, πολύ πιθανώς χωρίς να έχει αλλάξει κάτι στην εξωτερική του εμφάνιση. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται πως η ζωντανή οντότητα που κατοικούσε στο σώμα αυτό ξαφνικά το άφησε και έφυγε.

 Οπότε πριν την ύπαρξη των σύγχρονων επιστημών της φυσικής, της βιολογίας και ειδικά των νευροεπιστημών, μία λογική εξήγηση όλων αυτών των φαινομένων ήταν ότι η ψυχή περιπλανιέται όταν κοιμόμαστε, κρύβεται στις σκιές, μας κοιτάει μέσα από την επιφάνεια ενός νερόλακκου και αφήνει το σώμα μας όταν πεθάνουμε.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως η οικουμενική τάση προς την θρησκεία παραμένει ένας γνήσιος επιστημονικός γρίφος. Αλλά πολλές επεξηγήσεις βιολογικής προσαρμογής, όπως αυτές που παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Τάιμ (Time) την περασμένη εβδομάδα, δεν νομίζω πως καλύπτουν επαρκώς τα κριτήρια της βιολογικής προσαρμογής. Υπάρχει η εναλλακτική επεξήγηση πως η ψυχολογία της θρησκείας είναι ένα υποπροϊόν πολλών διαφορετικών απόψεων του νου μας η οποία αναπτύχθηκε για άλλους σκοπούς. Αυτούς τους σκοπούς πρέπει να τους ξεχωρίσουμε βάσει των ωφελημάτων που έχουν οι παραγωγοί από τη μια πλευρά και οι καταναλωτές της θρησκείας από την άλλη. Όσον αφορά τους καταναλωτές, υπάρχουν πιθανές συναισθηματικές προσαρμογές στην επιθυμία μας για υγεία, αγάπη και επιτυχία, αλλά και γνωστικές όσον αφορά την διαισθητική ψυχολογία μας αλλά και οι αποδείξεις ύπαρξης της ψυχής βάσει των εμπειριών μας. Αν βάλουμε όλα τα παραπάνω σε μια σειρά, αυτό στο οποίο καταλήγουμε είναι η επίκληση στον μυστηριώδη κόσμο των ψυχών για να πραγματοποιήσουν τις πιο τρυφερές μας επιθυμίες

——————————————————————————–

*Ο Δρ. Steven Pinker είναι καθηγητής του τμήματος Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Harvard. Έως το 2003 δίδασκε στο Τμήμα Γνωστικών Επιστημών και Επιστημών του Εγκεφάλου στο MIT. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην γλώσσα και την νόηση, ενώ έχει γράψει και αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται τα “The Language Instinct“, “How the Mind Works” αλλά και το “The Stuff of Thought: Language as a Window into Human Nature“. Για περισσότερες λεπτομέρειες επισκευθείτε την προσωπική του ιστοσελίδα

 

πηγή: http://www.psychologein.gr/

, , ,

Εγγραφή

Subscribe to our RSS feed and social profiles to receive updates.

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αρέσει σε %d bloggers: