Οικογένεια, η σύγχρονη οδύσσεια

Δεκεμβρίου 23, 2011

Βιβλία, Εντελέχεια - blog

Robin Skynner and John Cleese, Οικογένεια, η σύγχρονη οδύσσεια.

Εκδ. Κέδρος, 1989

 Συγγραφείς του βιβλίου είναι ο Ρ. Σκίνερ, οικογενειακός θεραπευτής με ψυχοδυναμικό θεωρητικό υπόβαθρο και συγγραφέας, πρωτοπόρος στην ομαδική και οικογενειακή θεραπεία και ο Τζ. Κλιζ, μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που διέπρεψε ως κωμικός ηθοποιός και σεναριογράφος.

 

Ο Κλιζ υπήρξε θεραπευόμενος του Σκίνερ, όταν ο πρώτος ξεκίνησε ομαδική ψυχοθεραπεία με αφορμή τα επαναλαμβανόμενα ψυχοσωματικά συμπτώματα που παρουσίαζε. Λόγω αυτής της σχέσης το βιβλίο έχει ένα παραπάνω ενδιαφέρον, αν και σε πολλά σημεία οι ρόλοι εναλλάσσονται προσφέροντας μια πολύ αυθεντική συνομιλία για θέματα που αφορούν στη λειτουργία και λειτουργικότητα των οικογενειών.

Με άλλα λόγια, ανάλογα με την καρέκλα στην οποία πρωτοκάθισαν, μοιάζει να λένε τα ίδια πράγματα.

 

Το βιβλίο ξεκινάει με την αμφισβήτησης της ελευθερίας του ατόμου ως προς την επιλογή συντρόφου και η βαθιά έλξη που νοιώθουν οι άνθρωποι, που ζευγαρώνουν, νοηματοδοτείται από την ψυχολογική ομοιότητα που έχουν λόγω οικογενειακού υπόβαθρου. .

 

Σύμφωνα με τον Χένρι Ντικς, οι γάμοι γίνονται για τρεις λόγους, κοινωνικούς, προσωπικούς ή λόγω ασύνειδων έλξεων. Αυτές οι τελευταίες «ενεργοποιούνται» με κάποια σινιάλα που εκπέμπει ο καθένας μας. Τα σινιάλα μεταδίδονται από τη γλώσσα του σώματος, και από τις καθ’ έξιν συγκινήσεις που προέρχονται από τα συνηθισμένα μας συναισθήματα. Κάθε οικογενειακός κώδικας επιβάλει το μοίρασμα ίδιων οικείων συναισθηματικών καταστάσεων. Έτσι, άνθρωποι με παρόμοιους οικογενειακούς κώδικες έχουν μια συγγένεια πριν καν παντρευτούν και γι αυτό και παντρεύονται.

 

Αυτό βέβαια μπορεί να σημαίνει ότι παρουσιάζουν και παρόμοιες δυσκολίες στην ίδια φάση ανάπτυξης. Σε κάθε φάση ανάπτυξης το άτομο καλείται να πάρει κάποια μαθήματα, όπως είναι η παροχή και απολαβή φροντίδας, η αυτοπειθαρχία, το μοίρασμα και η διεκδικητικότητα, η επικοινωνία με το άλλο φύλο και η απόκτηση ανεξαρτησίας από τους γονείς.

 

Εάν σε κάποια από τις φάσεις ανάπτυξης το άτομο δεν εξελιχθεί επαρκώς, τότε καλείται να το αναπληρώσει αργότερα υποκαθιστώντας αυτό το μάθημα με μια άλλη εμπειρία. Η δυσλειτουργία ξεκινάει όταν το άτομο αρνείται την έλλειψή του, λόγω ντροπής κυρίως για την αποτυχία αυτή, και έτσι δεν αναζητάει την υποκατάστατη εμπειρία που θα προωθήσει την εξέλιξή του. Η φρουδική έννοια της απώθησης λόγω τραύματος, μοιάζει στον Σκίνερ με χολυγουντιανό σενάριο και ο ίδιος πρεσβεύει ότι η διαδικασία είναι πολύ πιο αργή και βαθμιαία και επαναλαμβανόμενη. Το τελευταίο ταιριάζει πολύ με τις θεωρίες για τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και σχετίζεσθαι που εγκαθιδρύουν τα συναισθήματα και τα κληροδοτούν και στις επόμενες γενιές.

 

Στις περιπτώσεις ζευγαριών που έχουν «χάσει» τα ίδια στάδια ανάπτυξης είναι και ίδια τα συναισθήματα που κουκουλώνονται και κρύβονται πίσω από το παραπέτασμα. Αναπόφευκτα όμως, το παραπέτασμα κάποια στιγμή σηκώνεται. Σε περιπτώσεις κούρασης, αρρώστιας ή μέθης το συναίσθημα ξεφεύγει με διάφορες «απρεπείς» μορφές και δρα ανεξέλεγκτα, εφόσον δεν βρισκόμαστε σε επαφή μαζί του.

 

Η προσπάθεια να κρατηθούν τα συναισθήματα κρυφά απαιτεί ενέργεια που κάνει το άτομο επιφυλακτικό και επιρρεπές σε ψυχοσωματικές ασθένειες. Όλα τα συναισθήματα επιτελούν μια χρήσιμη λειτουργία για την ισορροπία του ατόμου η οποία διαταράσσεται όταν κάποιο ή κάποια απ’ αυτά μένουν κρυμμένα. Το αποτέλεσμα που έχει αυτό είναι να ξεσπάνε πολλές φορές ανεξέλεγκτα με καταστροφικές συνέπειες για το άτομο που αδυνατεί να τα αξιοποιήσει προς όφελός του.

 

Μια βασική διαφορά του Σκίνερ με τη φροϋδική θεωρία είναι ότι για το Φρόιντ η απώθηση είναι μια ασυνείδητη διαδικασία ενώ για τον Σκίνερ, είναι μια ενεργή και σκόπιμη διαδικασία που συντονίζεται και συντηρείται απ’ όλη την οικογένεια. Το ερώτημα για μένα, είναι πόσο εύκολα αλλάζει αυτό σε μια οικογένεια όταν είναι ο μόνος τρόπος που ξέρει και μάλιστα το χρησιμοποιεί για την προστασία της, έχει δηλαδή καλό σκοπό.

 

Μια εκλαϊκευτική εξήγηση των συγγραφέων για την έλξη μεταξύ των συντρόφων είναι η εξής. Οι άνθρωποι που ζευγαρώνουν έχουν χάσει το ίδιο στάδιο στην ανάπτυξή τους, αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων τους, χρησιμοποιούν το ίδιο παραπέτασμα για να τα καλύψουν ενώ παράλληλα κοινά συναισθήματα και συμπεριφορές έχουν στην πρόσοψή τους. Επίσης, αποδοκιμάζουν τα ίδια συναισθήματα που αποτελούν ταμπού, γιατί έτσι έχουν μάθει να κάνουν.

 

Παρόλα αυτά όμως, έχουν τόσο ενδιαφέρον όσο και τρόμο για το τι κρύβουν άρα και για το τι κρύβει ο σύντροφός τους. Η ανάγκη αγάπης στην οικογένεια και η ανάγκη για προσωπική ολοκλήρωση δημιουργούν την ελπίδα ότι μέσω του συντρόφου θα επανακτηθούν τα χαμένα κομμάτια του εαυτού. Κριτήριο για την πορεία της σχέσης τους αποτελεί η ετοιμότητά τους να κοιτάξουν πίσω από το παραπέτασμα. Αυτό θα ορίσει και τον τύπο του γάμου που θα έχουν.

 

Οι τύποι γάμων που περιγράφονται είναι α) οι ευτυχισμένοι γάμοι, υπάρχει ανοχή για ό,τι κρύβει το παραπέτασμα, τα άτομα είναι πιο ελεύθερα και ανοιχτά στην ωρίμανση, την ανάπτυξη και την αλλαγή. β) οι συγκρουσιακοί, όπου υπάρχουν πολλά απωθημένα και αδυναμία παραδοχής ότι δεν πάει καλά κάτι. Μη ανοχή στην κριτική, ευθιξία και ένας φαύλος κύκλος μίσους – πικρίας, ενδέχεται και η σωματική βία. Χαρακτηριστικός γάμος τέτοιου τύπου περιγράφεται στο θεατρικό «ποιος φοβάται την Β. Γουλφ». Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοια ζευγάρια είναι συνήθως μικρής εμβέλειας γιατί η προοπτική της αποκάλυψης φαντάζει οδυνηρή οπότε και θα διακόψουν εάν πιεστούν. Γ) μέση κατηγορία γάμων, όπου βοηθάει ο ένας τον άλλον να κρύβεται. Παρέχει ασφάλεια αλλά και βάλτωμα στη σχέση. Η δυσκολία προκύπτει όταν ο ένας εκ των δύο εκφράσει τη δυσαρέσκειά του και ανατρέψει την επισφαλή ισορροπία. Παράδειγμα τέτοιου γάμου είναι στο «κουκλόσπιτο» του Ίψεν. Η θεραπευτική παρέμβαση σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να βοηθήσει ώστε να καθησυχαστεί το ζευγάρι για την φυσιολογικότητα του συμβολαίου τους, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες του και να αναδείξει τις αντίθετες πλευρές του και τους τρόπους κάλυψης των αναγκών και των δύο πλευρών.

 

Υγιέστεροι θεωρούνται οι γάμοι όπου εκφράζονται ανοιχτά όλα τα συναισθήματα και είναι πρόθυμοι για αλλαγή.

Η αποτύπωση του κόσμου όπως τον ξέρει και ορίζει η κάθε οικογένεια, μπορεί να καταγραφεί σ’ ένα συμβολικό χάρτη. Η διαδικασία αλλαγής από ένα χάρτη σε ένα άλλο προϋποθέτει προσαρμογή, απαιτεί ενέργεια και δημιουργεί άγχος. Για την καλύτερη διαχείριση της αλλαγής, ο καθένας χρειάζεται α) προστασία από τις καθημερινές απαιτήσεις ώστε να ηρεμεί, β) πληροφορίες που καθησυχάζουν την αγωνία και γ) συναισθηματική υποστήριξη.

 

Η πρώτη αλλαγή στην ζωή του ενήλικου ατόμου έρχεται με τον γάμο αλλά η μεγαλύτερη και πλέον απαιτητική, με την γέννηση του πρώτου παιδιού. Η αλλαγή αυτή απαιτεί τεράστια προσαρμογή καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν άρδην και το μωρό απαιτεί όλη την αγάπη των γονιών τους, εξαντλώντας εύκολα τα αποθέματα. Στο καλό σενάριο, η φροντίδα της μητέρας απευθύνεται στο μωρό, του πατέρα στην μητέρα και οι φίλοι της οικογένειας φροντίζουν τον πατέρα. Το κυρίαρχο συναίσθημα του πατέρα είναι της παραμέλησης και της μητέρας του διχασμού.

 

Ο Γκάτμαν περιγράφει αυτήν την περίοδο ως συναγερμό των γονιών και τη γέννηση ως επιστράτευση. Μεταξύ άλλων, η γέννηση του παιδιού καλεί το ανδρόγυνο να αναλάβει και τους αντίστοιχους ρόλους του άντρα και της γυναίκας. Κάτι που μάλλον σε επίπεδο στερεοτύπων αλλά και πρακτικής είναι πλέον πολύ ρευστό.

 

Η αλλαγή βιώνεται και από την πλευρά του μωρού βεβαίως, το οποίο είναι απόλυτα εξαρτημένο από την μητέρα που μπορεί να του προσφέρει την ηρεμία ώστε να ανακτήσει την ισορροπία του, όταν αυτό ταράζεται. Ο τρόπος που έχει η μητέρα να προσφέρει αυτά στο παιδί της είναι η επαφή με τα δικά της βρεφικά και νηπιακά συναισθήματα ώστε να συντονιστεί μαζί του και να μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτό.

 

Έτσι το παιδί θα μπορέσει ν’ αποκτήσει αυτοπεποίθηση και να εξερευνήσει τον κόσμο. Να χαράξει το δικό του χάρτη, το περίγραμμα του εαυτού του. Το παιδί αρχίζει από αυτό που δεν είναι για ν’ ανακαλύψει ότι ο υπόλοιπος κόσμος είναι η μαμά του. Το μόνο που ξέρει είναι ότι όλα έχουν σχέση μαζί του. Δεν ξεχωρίζει τα εσωτερικά από τα εξωτερικά μηνύματα. Η μαμά είναι η δική του προέκταση. Σταδιακά, και όταν η μαμά δεν κάνει εκείνο που της ζητάει, ανακαλύπτει και χαράζει τα όρια του εαυτού του και του περιβάλλοντός του. Μοιραία η μάνα δεν ανταποκρίνεται πάντα και αυτό φέρνει μια ισορροπία μεταξύ της απογοήτευσης από την πραγματικότητα και της συναισθηματικής συμπαράστασης. Αυτό θυμίζει την έννοια της αρκετά καλής μαμάς του Γουίνικοτ.

 

Το πρώτο πλήγμα για το βρέφος έρχεται όταν ανακαλύψει ότι δεν είναι παντοδύναμο. Αυτό είναι όμως που θα το οδηγήσει στο να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η μητέρα μπορεί να το βοηθήσει σε αυτό, απαλύνοντάς του το άγχος και με το να γίνει ο καθρέφτης του μωρού.

 

Όταν η μητέρα δεν μπορεί να ανταποκριθεί γιατί η αναδρομή στο παρελθόν την πληγώνει, δεν μπορεί να ταυτιστεί συναισθηματικά με το παιδί και να εδραιώσει σχέση μαζί του. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ μητέρας και παιδιού οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο απογοήτευσης. (αυτό παρουσιάζεται γλαφυρά στο βιβλίο του Κράμερ, «επάγγελμα μωρό»).

 

Σε αυτήν την περίπτωση, ακολουθείται η αντίστροφη διαδικασία και το μωρό προσαρμόζεται στη συναισθηματική κατάσταση της μητέρας του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα πρόωρο μεγάλωμα του παιδιού (κι ότι αυτό μπορεί να σημαίνει, χαρακτηριστικός ο ρόλος του «γονεικού παιδιού») ή εάν δεν τα καταφέρει, σε απογοήτευση η οποία σε ακραίες μορφές το οδηγεί μέχρι και στην άρνηση της ύπαρξης του εαυτού του και των άλλων.

 

Στην καλή εκδοχή, που ο συντονισμός στις ανάγκες του μωρού επιτελείται από τη μητέρα, το παιδί με ανεπτυγμένη αυτοπεποίθηση, μαθαίνει τον εαυτό του και το περιβάλλον του και μ’ ένα δικό του πλέον χάρτη, μπορεί να χωριστεί από την μητέρα (5-6 μηνών). Αλλιώς, τα όρια παραμένουν ακαθόριστα κι αυτό αν μη τι άλλο είναι τρομακτικό για το παιδί. Η ασάφεια των ορίων στο παιδί προϋποθέτει ασάφεια των ορίων και στη μητέρα ή στον πατέρα ή και στους δύο. Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλει τη σαφή χάραξη ορίων με το παράδειγμα του θεραπευτή, της θεραπευτικής σχέσης αλλά και με συμπαράσταση, όπως κάνει μια επαρκής μητέρα.

 

Κατά το δεύτερο εξάμηνο ανάπτυξης του παιδιού, η μητέρα γίνεται αντιληπτή ως σύνολο και στο πρόσωπό της μπορούν να ενταχθούν τόσο τα καλά όσο και τα κακά χαρακτηριστικά, συναισθήματα και συμπεριφορές.

 

Σε αυτήν την περίοδο, θα περάσει τα στάδια χωρισμού ξεκινώντας από τη διαμαρτυρία, στην απελπισία και τελικά στην αποξένωση. Η τελική ανεξαρτησία του μωρού θα του προσφέρει τα εφόδια ώστε να μπορέσει να φροντίσει τον εαυτό του σαν μητέρα. Η αρκετά καλή μητέρα ξέρει πότε να σταματήσει να ανταποκρίνεται απόλυτα στο μωρό και παράλληλα να φροντίζει και τον εαυτό της. Μια στερημένη μητέρα δυσκολεύεται ν’ αφήσει το μωρό της λόγω ενοχών και λόγω μοναδικής τροφοδότησης από εκείνο. Σε αυτήν την περίοδο χρειάζεται πηγές συμπαράστασης και τροφοδότησης έξω από αυτήν τη σχέση.

 

Η στάση τη μητέρας ως προς τη ζωή μπορεί να καθορίσει και την αντίστοιχη στάση του παιδιού. Το θαρραλέο παιδί έχει μια μητέρα που αναγνωρίζει και ικανοποιεί τις ανάγκες της ενώ το κλειστό και καταθλιπτικό παιδί υπονοεί μια στερημένη μάνα που αδυνατεί να ικανοποιήσει τον εαυτό της και προσηλώνεται στον άλλον.

 

Έχει ενδιαφέρον ο διαχωρισμός που κάνει ο Σκίνερ μεταξύ θλίψης και κατάθλιψης. Η θλίψη αναγνωρίζεται ως ένα υγιές συναίσθημα ενώ η κατάθλιψη αποσκοπεί στην αποφυγή βίωσης του συναισθήματος της θλίψης και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται στην επαφή της οικογένειας με το συναίσθημα της θλίψης.

 

Επίσης ενδιαφέρον έχει ο ρόλος του πατέρα, ο οποίος σύμφωνα με τον Σκινερ και όχι μόνο, βγαίνει ενεργά στο προσκήνιο μετά τον πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού. Ο πατέρας οφείλει να διεκδικήσει την σύζυγό του και να βοηθήσει στον αποχωρισμό μητέρα – παιδιού και παράλληλα να βοηθήσει το παιδί να εξερευνήσει τον κόσμο. Χρειάζεται να γίνει η γέφυρα για το παιδί, μεταξύ μητέρας και κόσμου. Η βασική συμμαχία σε υγιείς οικογένειες είναι μεταξύ των γονιών και όχι τριγωνοποιώντας τα παιδιά.

 

Ξεχωριστό κεφάλαιο αφιερώνεται στην διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου, παράλληλα με το ρόλο που παίζει η σεξουαλική δραστηριότητα των γονιών στο ζευγάρι και στην οικογένεια. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι το σεξ προκαλεί αμηχανία στους γονείς πρώτον γιατί αποτελεί έναν εμφανή αποκλεισμό από την ιδιαίτερη σχέση των γονιών, δεύτερον γιατί το παιδί απομακρύνεται (κυρίως από την μητέρα) χάρη κάποιου άλλου (συνήθως του πατέρα) και τρίτον γιατί υπάρχουν φυσιολογικά σεξουαλικά συναισθήματα μεταξύ γονιών και παιδιών, τα οποία στις ακραίες τους μορφές οδηγούν από την απόλυτη παγερότητα έως την αιμομιξία.

 

Τα ορόσημα στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ατόμου είναι τα εξής:

 

– μέχρι 2.5 χρονών, εδραίωση σεξουαλικής ταυτότητας,

– 3-6, ρομαντική προσκόλληση,

– 6-12 λανθάνουσα περίοδος,

  12- … εφηβεία.

 

Μέσα από το βιβλίο..

 

«- Η θεραπεία χρειάζεται χρόνο γιατί η βελτίωση σε κάνει να νοιώθεις άσχημα.


– Θα μου φαινόταν πολύ περίεργο αν ένας άνθρωπος, πραγματικά υγιής, ενδιαφερόταν ν’ αναλάβει μια τέτοια δουλειά.


– Μπήκα στο επάγγελμά μου για να βοηθήσω όχι μόνο τους άλλους μα και τον εαυτό μου…και μπορεί… να μου το έβαλε ως αποστολή η οικογένειά μου, να σώσω κι αυτήν.


– Οφείλουμε ν’ αφήσουμε τους γονείς μας, δηλαδή να μην τους τριγυρίζουμε περιμένοντας να μας δώσουν κάτι ακόμα.


– Όλα τα προβλήματα που μας προκαλούν τους περισσότερους πονοκεφάλους, βρίσκονται στην φαντασία μας.


–  Πραγματική επιτυχία στην θεραπεία: ξεκινάει ο θεραπευόμενος να ενδιαφέρεται για το σκοπό και το νόημα της ζωής.»

, , , , , , , , ,

Εγγραφή

Subscribe to our RSS feed and social profiles to receive updates.

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αρέσει σε %d bloggers: