Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή

Δεκεμβρίου 23, 2011

Βιβλία, Εντελέχεια - blog

Π. Νικόλαος Λουδοβίκος

Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία

εκδόσεις Αρμός, σ. 115, ευρώ 8

 

 

 

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του πατέρα Νικόλαου Λουδοβίκου Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία διαβάσαμε αυτές τις μέρες. Το βιβλίο συνίσταται σε μια ενότητα τεσσάρων κειμένων – τα τρία από αυτά αποτελούν κείμενα από διαλέξεις που έχει δώσει ο συγγραφέας του βιβλίου – που στόχο τους έχουν να συσχετίσουν κάποιες κεντρικές θεολογικές έννοιες με συγγενικές προς αυτές, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, προβληματικές της ψυχανάλυσης και να καταστεί δυνατόν, μέσα από μια επιχειρηματολογία, την οποία προσωπικά βρήκαμε άκρως ενδιαφέρουσα, ν’ αποκατασταθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους τόσο αφιστάμενους μεταξύ τους, φαινομενικά τουλάχιστον, χώρους της Θεολογίας και της Ψυχανάλυσης. Ο συγγραφέας του βιβλίου, άτομο ευρείας παιδείας και όσον αφορά τους τομείς της Ψυχολογίας και της Φιλοσοφίας, θα χρησιμοποιήσει ως κεντρικό μοχλό της επιχειρηματολογίας του τη διδασκαλία του Ζακ Λακάν (Jacques Lacan), η οποία τον έχει απασχολήσει κατά τις ώρες μελέτης της νεότητάς του, θα προσπαθήσει δε να φωτίσει «ψυχαναλυτικά», και όχι μόνον, τρεις κεντρικές έννοιες της πατερικής διδασκαλίας: την έννοια της επιθυμίας, της καθολικότητας και της εσχατολογίας.

 

 

 

Οσον αφορά την πρώτη από τις τρεις έννοιες, την επιθυμία: ο συγγραφέας ξεκινά ως μια αναδρομή στις κατευθυντήριες γραμμές τής νεωτερικότητας, όπως τούτη εκφράστηκε θεμελιακά ως λόγος του υποκειμένου. Περνώντας από την αξιολόγηση του έργου του Μπούμπερ (Buber) και του Λεβινάς (Levinas), όσον αφορά τη συνεισφορά τους σχετικά με το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας, ο συγγραφέας εστιάζει σ’ αυτόν καθεαυτόν τον σχηματισμό του υποκειμένου στον Lacan – σχηματισμός ο οποίος επιχειρείται μέσω της επιθυμίας. Το εσωτερικά διχασμένο υποκείμενο του Λακάν δεν είναι ξένο ως προς την υποκειμενοκεντρική σκέψη, αν και η ρήξη του γάλλου ψυχαναλυτή με τον Καρτέσιο είναι ξεκάθαρη: ας διαβάσουμε τον Καρτέσιο σαν ένα Εφιάλτη, θα πει ο Λακάν θεματοποιώντας το υποκείμενο ως κάτι που φέρει κεντρική σχάση.

 

 

 

Η επιθυμία αποτελεί έννοια -κεντρική κατηγορία της ψυχανάλυσης- κληρονομημένη από τον Φρόυντ (Freud). Ο Λακάν διαφοροποιείται ως προς τον Φρόυντ: η επιθυμία δεν συνιστά μονάχα ακραία εκδήλωση του ενστίκτου, μα επικοινωνιακό λόγο και όρο συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου· η επιθυμία απευθύνεται προς τον Αλλον και ως «επιθυμία του Αλλου» επιτρέπει μια διυποκειμενική συγκρότηση του υποκειμένου μέσω του Αλλου – σημείο κομβικό στη σκέψη του συγγραφέα μέσα από έναν προσανατολισμό που έρχεται ν’ αγγίξει τις θεολογικές έννοιες της «περιχώρησης» και του «ομοουσίου». Ο συγγραφέας δεν διστάζει ν’ ασκήσει, σ’ αυτό το σημείο, κριτική στη «ναρκισσιστική», κατά τη γνώμη του, έννοια της δυτικής διυποκειμενικότητας, όπου «ο Αλλος δεν υπάρχει οντολογικά εντός μου, μα τον χρησιμοποιώ σε μια στιγμή και το θέμα μένει στο επίπεδο του φαντασιακού, στο στάδιο του καθρέφτη». Η επισήμανση πως στα όριά της «η ανθρώπινη επιθυμία δεν έχει αντικείμενο» (σ. 23), επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει «για μια καθαρή επιθυμητικότητα» (σ. 32), που τελικά μέσα από το λακανικό σχήμα μάς ανοίγει προς «το πατερικό σχήμα» της βλέψης προς την ενότητα – βλέψη τελικά του ανθρώπου προς τον ίδιο τον Θεό.

 

 

 

Σαν Κόλαση βλέπει ο συγγραφέας την απουσία του διαλόγου, την απουσία τού εσύ, μέσα στο οποίο καθρεφτίζεται μοναδικά το εγώ. «Λείπει ο τρόπος ν’ αγαπηθώ, λείπει η επιθυμία του Αλλου. Αυτό είναι η Κόλαση» (σ. 35). Αν και τούτη η έννοια της Κόλασης διαφέρει από την Κόλαση», με την οποία έζησε το φαντασιακό του δυτικού ανθρώπου για αιώνες, ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος θα νεωτερίσει προχωρώντας σε μια τολμηρή συσχέτιση: Για τους Ελληνες ισχύει και αυτό: «Το ον είναι αντικειμενικό, αλλά εγώ υπάρχω και είμαι ζωντανός και εφίεμαι της πλήρους οντότητός μου και έχω μια επιθυμία ανώνυμη και μια κοινωνία χωρίς σκοπό. Ακριβώς γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε εδώ κράτος ευρωπαϊκό» (σ. 97). Προχωρώντας σ’ έναν διαχωρισμό της ορθόδοξης πατερικής θεολογίας από τη δυτική, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού συνιστά τελικά «αποδοχή της επιθυμίας του Αλλου» και το υπέρτατο τούτο νόημα επιτυγχάνεται τελικά στην Ορθόδοξη Θεολογία, σύμφωνα με την «υπόρρητη επιλόγη» του λακανικού σχήματος.

 

 

 

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο πάνω σ’ αυτό. Θεωρώντας την προσπάθεια του πατέρα Νικολάου Λουδοβίκου εμπνευσμένη και καθώς ο συγγραφέας του σχολιαζόμενου βιβλίου επιχειρεί να δει την ψυχανάλυση με μια ματιά θεολογική, εμείς θα επιχειρήσουμε, σε πολύ περιορισμένο χώρο, να διανύσουμε την αντίστροφη διαδρομή, να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις πάνω στο θρησκεύεσθαι από σκοπιά ψυχαναλυτική.

 

 

 

Είναι μια αποδεκτή θέση στη νεότερη φιλοσοφία -σε πολλές στιγμές της τουλάχιστον- αυτή που εκφράζεται από την ακόλουθη πρόταση: ένας θεός που θα μπορούσε να γίνει γνωστός δεν θα ήταν θεός. Σύμφωνα μ’ αυτό το δεδομένο, που υποδηλώνει εξάλλου και μια βαθιά θεολογική πραγματικότητα, θα λέγαμε πως ό,τι καλούμε Υπέρτατο Ον, αν θεωρήσουμε πως κάτι τέτοιο υπάρχει, παρουσιάζεται στον άνθρωπο μέσα από μια «ριζική απουσία». Τούτη η απουσία «του σώματος του θεού» από τα ανθρώπινα πράγματα -και δεν αναφερόμαστε φυσικά στο σώμα του Χριστού της θείας μετάληψης- καθιστά αναγκαία τη σύναψη -αποκατάσταση ίσως;- μιας «σχέσης» με ό,τι καλούμε θεό, σχέση για την οποία ο άνθρωπος είναι καθ’ ολοκληρίαν υπεύθυνος. Η σχέση του ανθρώπου με το θείο δεν είναι θέμα της Εκκλησίας, αλλά υπόθεση εξαιρετικά εξατομικευμένη, αφορά τον καθένα από εμάς, καθώς σε κομβικά σημεία της ζωής μας όλοι θελήσαμε, πολλές φορές εναγώνια, να καθορίσουμε και ν’ αποσαφηνίσουμε τούτη τη σχέση. Τη σχέση με το θεϊκό και με ό,τι μπορούμε να καλέσουμε Υπέρτατο Ον τη θέτουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, την επιλέγουν και τη θέτουν οι άνθρωποι, μέσα από μία ολόκληρη συνάρτηση παραγόντων, και τούτη η στάση συνιστά επιλογή, με την ωριμότερη εκδοχή της έννοιας, καθώς ακόμα και η αθεΐα συνιστά ένα ενδεχόμενο τούτης της επιλογής.

 

 

 

Η θεϊκή πραγματικότητα δεν γίνεται «άμεσα» προσιτή στον άνθρωπο – σε τελική ανάλυση ο άνθρωπος επιλέγει ποιον θεό θέλει, είτε για φίλο είτε για τιμωρό, όντας «Αυτός» περιορισμένος στην αιώνια σιωπή Του. Προσωπικά πιστεύουμε πως η θρησκευτικότητα είναι σάρκα από τη σάρκα του ανθρώπινου πολιτισμού, μια σάρκα αξεχώριστη από τον αρχετυπικό και συμβολικό «σκελετό της» – το υπόβαθρο της ανθρώπινης ψυχής. Αυτή ακριβώς η θρησκευτικότητα είναι που μίλησε για «σωτηρία της ψυχής», μια διατύπωση που έγινε πρόξενος τεράστιων συνεπειών για τους ανθρώπους που την πίστεψαν, πολλές φορές και δυσβάσταχτων.

 

 

 

Παραμένει το ερώτημα, αν ο Χριστιανισμός είναι τελικά γενεσιουργός αιτία για ένα αξιοσημείωτο αίσθημα ενοχής που βαρύνει τη δυτική ανθρωπότητα, πράγμα που πίστευε ο Νίτσε (Nietzsche), ή αν τελικά ένα προϋπάρχον αίσθημα ενοχής, ένα αίσθημα συλλογικής ενοχής τής ανθρωπότητας -που εκφράστηκε εξάλλου και στην τραγωδία- βρήκε έδαφος και βλάστησε στον χριστιανισμό και στο δόγμα της Εκκλησίας. Αν ο δυτικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της αισχύλειας Ορέστειας, είναι ενοχικός, τούτη η ενοχή, ακόμη κι αν δεν χαλκεύτηκε από τη θρησκεία, πάντως συντηρήθηκε από αυτήν και επιτάθηκε.

 

 

 

Οχι μόνο χρειάστηκε να ζήσει η ανθρωπότητα «τον Διαφωτισμό», μα έπρεπε τελικά να φτάσουμε στην αποψιλωμένη από θρησκευτικότητα μετανεωτερικότητα, ώστε να απομακρυνθεί από το προσκήνιο η απειλή τής Αιώνιας Καταδίκης. Κι εδώ έρχεται η συμβολή της Ψυχανάλυσης, που εκθέτει τους ασυνείδητους μηχανισμούς που χάλκευσαν τέτοιες κοσμοεικόνες -η Αποκάλυψη αποδεικνύεται αποκάλυψη των ανθρώπινων αδύτων- και που θέτει ως αίτημα την ειρήνευση της ανθρώπινης ψυχής και την τελική συμφιλίωση του ατόμου με τον εαυτό του και με τη βαθύτερη ψυχική του πραγματικότητα, μέσω απενοχοποίησης. Θεωρούμε την απενοχοποίηση του ατόμου κεφαλαιώδους σημασίας, ώστε να μπορέσει κανείς ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της όποιας πίστης απροκατάληπτα και μέσα από κριτική σκέψη. Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Karl Gustav Jung), ο μεγάλος ψυχίατρος, ο οποίος καταγόταν από οικογένεια ιερέων, θεωρεί τη θανάτωση της κριτικής σκέψης «ύβρι απέναντι στο Αγιο Πνεύμα». Μήπως δεν συμπνέει με το πρόταγμα της σωτηρίας της ψυχής, η τελική απενοχοποίηση του ανθρώπου, η συμφιλίωση με τον βαθύτερό του εαυτό και η επιλογή της θρησκευτικότητάς του με τρόπο μη καταναγκαστικό και κατασταλτικό των βαθύτερων επιθυμιών του;

 

 

 

Από τη στιγμή που η Ψυχανάλυση θεματοποιεί τη libido, και τη σεξουαλική επιθυμία, ως μία από τις ορίζουσες του ανθρώπου, είναι δεδομένο και στην ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική πως η τελική επίτευξη της ολοκλήρωσης της προσωπικότητας δεν είναι δυνατή δίχως την ενσωμάτωση από το άτομο της σεξουαλικότητάς του και από την πλήρη αποδοχή τούτης της σεξουαλικότητας. Φανταζόμαστε έναν Θεό που θ’ αποδέχεται την ανθρώπινη σεξουαλικότητα αλλά και δραστηριότητα, έναν Θεό που πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο θ’ αναγνωρίζει στον άνθρωπο κάποιες «δεύτερες σκέψεις» -εφόσον αυτές είναι φυσιολογικές και υπαρκτές σε όλους ανεξαιρέτως-, έναν Θεό που θ’ αγαπά «το σκοτεινό κομμάτι» του ανθρώπου, αντιμετωπίζοντάς τον ως ψυχοσωματική ολότητα και όχι ως καταπιεσμένη και φοβισμένη ύπαρξη.

 

 

 

Ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος μέσα από το βιβλίο του προάγει μια ιδιαίτερα πεφωτισμένη προσέγγιση της θεολογικής πραγματικότητας, η ένστασή μας όμως πάνω σε όλα αυτά είναι πως αυτή καθεαυτήν η χριστιανική θρησκεία ως διδασκαλία της Εκκλησίας και ως αυτό που ακολουθήθηκε ως πίστη από τους δυτικούς ανθρώπους, ουδέποτε υπήρξε πεφωτισμένη, αντιθέτως μέσα από τον κατασταλτικό, όσον αφορά τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, και από τον περιοριστικό της χαρακτήρα, όσον αφορά τον κριτικό έλεγχο, απομάκρυνε τους ανθρώπους από το ουσιωδώς θρησκεύεσθαι, δίνοντας τελικά δικαιώματα για την κατασυκοφάντηση του φαινομένου της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, ως δήθεν σκοταδιστικού, που μόνον τέτοιο δεν είναι.

 

 

 

Είναι δυνατόν η πραγματικότητα του «συλλογικού ασυνειδήτου» και των «αρχετύπων», τούτη η βαθιά συμβολική πραγματικότητα της ανθρώπινης ψυχής, μα και του ανθρώπινου πολιτισμού στο σύνολό του, μέσα από τα στόματα των σύγχρονων ταλαιπωρημένων, μα και υποψιασμένων ανθρώπων, να κάνει έκκληση, πατώντας στον διαφωτιστικό ψυχαναλυτικό λόγο, προς όλους τους σκεπτομένους ανθρώπους. Να ξανασκεφθούν το πρόβλημα της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, με το αίτημα ενός Υπέρτατου Οντος που θα ‘χει ως πρώτιστο σκοπό του να συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τη βαθιά συμβολική του πραγματικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο και για ένα ξαναδιάβασμα των ιερών κειμένων. Εναν Θεό που μπορούμε να τον δούμε, μέσα σε όλα τα άλλα, και ως «Θεό ψυχαναλυτή».

 

Από τον Δήμο Μαρουδή

http://www.enet.gr/

, , , , , ,

Εγγραφή

Subscribe to our RSS feed and social profiles to receive updates.

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αρέσει σε %d bloggers: